Χιον-άνθρωποι

Μύρων μ. Παβενος 

Χιον-άνθρωποι

Μας έφτιαξαν χέρια θνητά.

 Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω ποιανού χέρια ήταν, όπως και να έχει τα ονόμασα, πατέρα. 

Τα χέρια ξεκίνησαν να δημιουργούν και εγώ να νιώθω, όταν τα χέρια έφτιαξαν τα αυτιά κάποιος ψιθύρισε, "εδώ μία νύχτα όλα γεννήθηκαν"και συνέχισε , έβαλε για μάτια, ελιές, για φρύδια φύλλα από την ελιά , στόμα και μύτη ελιές, ένα παλτό από κουμπιά ελιάς 

και στο κεφάλι μας τοποθέτησε ένα στεφάνι από το ίδιο δέντρο, δεν υπάρχει άλλο δέντρο σε αυτόν τον τόπο , μόνο ελιές. 

Με τον ίδιο τρόπο δημιούργησε και τον αδερφό. 

Μας έδωσε τα ονόματά  αλλά μας είπε αυτά να μην τα μοιραστούμε . Έκατσε ανάμεσά μας και κοιτούσαμε μαζί το ηλιοβασίλεμα. "θα φύγω τώρα" μας είπε ο πατέρας "αλλά θα ξανάρθω". Του χαμογελάσαμε . Όταν θα λιώσουμε θα πονέσει πατέρα; "όχι παιδιά μου , όταν θα έρθει αυτή η ώρα θα νιώσετε ζεστασιά", του χαμογελάσαμε ξανά. 

Πατέρα, είπε ο αδερφός, θα προλάβουμε να δούμε το φως ή κάποιους θα μας καταστρέψει; "θα ζήσετε, από δω περνούν πολλοί θα σας βγάλουν φωτογραφίες θα σας πάνε σε χώρες που δεν έχω πάει, που δεν τις ξέρω , θα σας δουν από όλο τον κόσμο άνθρωποι, θα υπάρχετε παντού. Να μην φοβηθείτε τους άσχημους" . Αυτά μας είπε και έφυγε . Μείναμε μόνοι μας πια, είπα στον αδερφό μου... 

θα με θυμάσαι όταν θα λιώσω; 

θα σε θυμάμαι απάντησα και χαμογελάσαμε , πια δεν φοβόμαστε γιατί μας είπε ο πατέρας ότι εκείνη την ώρα θα είναι μέρα θα υπάρχει μόνο φως . 

Θα μείνουν μονάχα τα κουκούτσια μας οι ελιές τα φύλλα τους και το στεφάνι μας. 

Ευχαριστούμε για την ανάγνωση

e-la-theatro.gr

Βρείτε μας στο Facebook